Η εναντιωματική πρόταση είναι ένας τύπος δευτερεύουσας πρότασης που εκφράζει μια κατάσταση ή γεγονός που θα περίμενε κανείς να εμποδίσει την πραγματοποίηση της κύριας πρότασης, αλλά τελικά δεν την εμποδίζει. Με άλλα λόγια, δηλώνει κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της κύριας πρότασης, χωρίς όμως να το ακυρώνει.
Για να αναγνωρίσουμε μια εναντιωματική πρόταση, πρέπει να προσέξουμε κυρίως τους συνδέσμους που την εισάγουν. Οι πιο συνηθισμένοι εναντιωματικοί σύνδεσμοι είναι οι εξής:
* **αν και, μολονότι, παρόλο που, παρότι:** Αυτοί είναι οι πιο ξεκάθαροι και συχνά χρησιμοποιούμενοι σύνδεσμοι. (π.χ., *Αν και ήταν κουρασμένος, διάβασε για τις εξετάσεις.*)
* **και ας, και αν, ακόμη και αν/κι αν:** Αυτοί οι σύνδεσμοι συχνά συνοδεύονται από υποτακτική έγκλιση. (π.χ., *Και ας βρέχει, θα πάμε περίπατο.*)
* **ενώ:** Ο σύνδεσμος «ενώ» μπορεί να έχει εναντιωματική σημασία, εκτός από χρονική ή παρατακτική. Για να καταλάβουμε αν έχει εναντιωματική σημασία, πρέπει να δούμε το νόημα της πρότασης. Αν δηλώνει αντίθεση, τότε είναι εναντιωματικός. (π.χ., *Ενώ είχε πολλά χρήματα, ζούσε λιτά.*)
Το κλειδί για την αναγνώριση είναι να αναζητήσουμε αυτή την αντίθεση ή το «παρά το γεγονός ότι». Η εναντιωματική πρόταση απαντά στην ερώτηση «παρά ποιο γεγονός;» ή «παρά ποια κατάσταση;». Πάντα εκφράζει ένα ανεπιθύμητο ή απροσδόκητο αποτέλεσμα της κύριας πρότασης, το οποίο όμως δεν αποτρέπεται. Η εναντιωματική πρόταση μπορεί να βρίσκεται πριν ή μετά την κύρια πρόταση.
Παράδειγμα: *Μολονότι είχε πυρετό, πήγε στη δουλειά.* Εδώ, το «είχε πυρετό» είναι κάτι που θα εμπόδιζε το «πήγε στη δουλειά», αλλά δεν το εμπόδισε. Άρα, είναι εναντιωματική πρόταση.





