Το ρήμα «haben» στα Γερμανικά σημαίνει «έχω» και είναι ένα από τα πιο θεμελιώδη και συχνά χρησιμοποιούμενα ρήματα της γλώσσας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνο για να εκφράσουμε κατοχή, αλλά και ως βοηθητικό ρήμα για τον σχηματισμό άλλων χρόνων, όπως ο Παρακείμενος. Η κλίση του στον Ενεστώτα είναι σχετικά ανώμαλη και απαιτεί απομνημόνευση.
Ας δούμε την πλήρη κλίση του «haben» στον Ενεστώτα (Gegenwart):
* **ich habe** (εγώ έχω)
* **du hast** (εσύ έχεις)
* **er/sie/es hat** (αυτός/αυτή/αυτό έχει)
* **wir haben** (εμείς έχουμε)
* **ihr habt** (εσείς έχετε)
* **sie haben** (αυτοί/αυτές έχουν)
* **Sie haben** (Εσείς έχετε – ευγενικός τύπος)
Παραδείγματα χρήσης:
* Ich habe einen Hund. (Έχω έναν σκύλο.)
* Hast du Zeit? (Έχεις χρόνο;)
* Er hat ein neues Auto. (Αυτός έχει ένα καινούργιο αυτοκίνητο.)
Όπως βλέπεις, οι μορφές «habe», «hast», «hat» και «habt» αποκλίνουν από την κανονική κλίση των ρημάτων που τελειώνουν σε -en. Είναι σημαντικό να τις μάθεις καλά, καθώς θα τις συναντάς συνεχώς στα Γερμανικά.





