Οι προτάσεις στην ελληνική γλώσσα διακρίνονται σε κύριες και δευτερεύουσες, ανάλογα με το αν μπορούν να σταθούν μόνες τους και να αποδώσουν ένα πλήρες νόημα.
Μια **κύρια πρόταση** είναι αυτή που έχει πλήρες νόημα και μπορεί να σταθεί αυτόνομα στον λόγο. Δεν εξαρτάται από καμία άλλη πρόταση για να γίνει κατανοητή. Εκφράζει μια ολοκληρωμένη σκέψη ή πληροφορία. Για παράδειγμα, στην πρόταση "Ο ήλιος λάμπει.", η πρόταση "Ο ήλιος λάμπει" είναι κύρια, καθώς έχει πλήρες νόημα από μόνη της.
Αντίθετα, μια **δευτερεύουσα (ή εξαρτημένη) πρόταση** δεν μπορεί να σταθεί μόνη της. Το νόημά της είναι ελλιπές και εξαρτάται πάντα από μια κύρια πρόταση (ή μερικές φορές από μια άλλη δευτερεύουσα) την οποία συμπληρώνει ή προσδιορίζει. Εισάγεται συνήθως με ειδικούς συνδέσμους (π.χ. ότι, πως, επειδή, αν, όταν), αναφορικές αντωνυμίες (π.χ. που, ο οποίος) ή αναφορικά επιρρήματα (π.χ. όπου, όπως). Για παράδειγμα, στην πρόταση "Είπε ότι θα έρθει.", η πρόταση "ότι θα έρθει" είναι δευτερεύουσα. Από μόνη της δεν έχει νόημα. Χρειάζεται την κύρια πρόταση "Είπε" για να αποκτήσει πληρότητα.
Η βασική διαφορά τους έγκειται στην αυτοτέλεια. Η κύρια πρόταση είναι ανεξάρτητη, ενώ η δευτερεύουσα είναι εξαρτημένη και λειτουργεί ως συμπλήρωμα ή προσδιορισμός της κύριας, εκφράζοντας συνήθως χρόνο, αιτία, αποτέλεσμα, σκοπό, τρόπο, υπόθεση, ή αντικείμενο/υποκείμενο.





