Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί ένα κομβικό και τραγικό γεγονός της νεότερης ελληνικής ιστορίας, με βαθιές ρίζες και μακροχρόνιες επιπτώσεις. Τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν ήταν πολύπλοκα και αλληλένδετα. Καταρχάς, η μεταστροφή της στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων υπήρξε καθοριστική. Ενώ αρχικά η Ελλάδα απολάμβανε την υποστήριξη, κυρίως της Βρετανίας, τα συμφέροντα άλλαξαν, με τη Γαλλία και την Ιταλία να στρέφονται προς την υποστήριξη του Κεμάλ, αφήνοντας την Ελλάδα ουσιαστικά μόνη της. Δεύτερον, ο Εθνικός Διχασμός, η εσωτερική πολιτική διαμάχη μεταξύ Βενιζέλου και Βασιλιά Κωνσταντίνου, αποδυνάμωσε την ελληνική θέση διεθνώς και οδήγησε σε αστάθεια. Η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 και η επιστροφή του Κωνσταντίνου απομάκρυνε τους Συμμάχους. Τρίτον, οι στρατιωτικές αποφάσεις, όπως η προέλαση του ελληνικού στρατού βαθύτερα στην Ανατολία με στόχο την Άγκυρα, αποδείχθηκαν μοιραίες. Οι γραμμές ανεφοδιασμού επιμηκύνθηκαν, ο στρατός εξαντλήθηκε και η τουρκική αντίσταση ενισχύθηκε.
Οι συνέπειες της Καταστροφής ήταν δραματικές και πολυδιάστατες. Η πιο άμεση ήταν το τεράστιο προσφυγικό κύμα, με περίπου 1,5 εκατομμύριο Έλληνες να εκτοπίζονται από τις πατρογονικές τους εστίες στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη. Η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 επικύρωσε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, σφραγίζοντας τον οριστικό ξεριζωμό. Οικονομικά και κοινωνικά, η Ελλάδα κλήθηκε να ενσωματώσει έναν τεράστιο πληθυσμό, αντιμετωπίζοντας προβλήματα στέγασης, σίτισης και εργασίας. Ωστόσο, οι πρόσφυγες συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας με τις γνώσεις και την εργατικότητά τους. Πολιτικά και ψυχολογικά, η Καταστροφή σήμανε το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, αναγκάζοντας την Ελλάδα να αναθεωρήσει την εξωτερική της πολιτική και να επικεντρωθεί στην εσωτερική ανασυγκρότηση. Παρέμεινε ένα εθνικό τραύμα που διαμόρφωσε την ελληνική ταυτότητα για πολλές γενιές.
