Στα Αρχαία Ελληνικά, οι εγκλίσεις των ρημάτων εκφράζουν τη διάθεση ή τη στάση του ομιλητή απέναντι στην πράξη που δηλώνει το ρήμα. Είναι ένας τρόπος να δείξουμε αν κάτι είναι πραγματικό, πιθανό, επιθυμητό, εντολή ή αν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πρότασης. Υπάρχουν τέσσερις κύριες εγκλίσεις και δύο ρηματικοί τύποι που λειτουργούν συμπληρωματικά.
Η **Οριστική** χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια πραγματική πράξη ή κατάσταση, κάτι που συμβαίνει, συνέβη ή θα συμβεί με βεβαιότητα. Είναι η πιο κοινή έγκλιση και εκφράζει το αντικειμενικό γεγονός. Για παράδειγμα, «ὁ στρατηγὸς μάχεται» (ο στρατηγός μάχεται).
Η **Υποτακτική** εκφράζει το ενδεχόμενο, την πιθανότητα, τον σκοπό, τον φόβο ή την προσδοκία. Συχνά απαντά σε δευτερεύουσες προτάσεις, όπως τις τελικές (με «ἵνα», «ὅπως») ή τις υποθετικές. Παράδειγμα: «ἵνα μάθωμεν» (για να μάθουμε).
Η **Ευκτική** δηλώνει ευχή, δυνατότητα, αοριστία ή κάτι που θα μπορούσε να συμβεί υπό προϋποθέσεις. Χρησιμοποιείται επίσης εκτενώς στον πλάγιο λόγο. Παράδειγμα: «εἴθε γράφοιμι» (μακάρι να έγραφα).
Η **Προστακτική** χρησιμοποιείται για να εκφράσει εντολή, προτροπή ή απαγόρευση. Απευθύνεται συνήθως στο δεύτερο πρόσωπο. Παράδειγμα: «γράφε!» (γράψε!).
Εκτός από αυτές τις τέσσερις, υπάρχουν και δύο ρηματικοί τύποι που συχνά συγκαταλέγονται στις εγκλίσεις λόγω της ρηματικής τους λειτουργίας: το **Απαρέμφατο** και η **Μετοχή**. Το απαρέμφατο είναι ένας ρηματικός τύπος που λειτουργεί ως ουσιαστικό (π.χ., «τὸ γράφειν» - το γράψιμο), ενώ η μετοχή είναι ένας ρηματικός τύπος που λειτουργεί ως επίθετο, προσδιορίζοντας ένα ουσιαστικό και δηλώνοντας ταυτόχρονα χρόνο, τρόπο, αιτία κ.ά. (π.χ., «ὁ γράφων ἀνήρ» - ο άνδρας που γράφει). Η κατανόηση αυτών των εγκλίσεων είναι θεμελιώδης για την ερμηνεία των αρχαίων ελληνικών κειμένων.





