Το «ότι» και το «ό,τι» είναι δύο λέξεις της ελληνικής γλώσσας που συχνά προκαλούν σύγχυση στην ορθογραφία, παρόλο που έχουν διαφορετική σημασία και χρήση. Η βασική τους διάκριση έγκειται στην ύπαρξη ή μη του τόνου και της αποστρόφου στο «ό,τι», καθώς και στον ρόλο που επιτελούν στην πρόταση.
Το «ότι» (χωρίς απόστροφο) είναι ένας συμπλεκτικός σύνδεσμος. Χρησιμοποιείται για να εισαγάγει δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, οι οποίες λειτουργούν ως αντικείμενο, υποκείμενο ή επεξήγηση στο ρήμα της κύριας πρότασης. Εκφράζει δηλαδή το περιεχόμενο μιας σκέψης, μιας δήλωσης, μιας πληροφορίας ή ενός γεγονότος. Για παράδειγμα: «Είπε ότι θα έρθει», «Είναι βέβαιο ότι θα πετύχει». Εδώ, το «ότι» εισάγει αυτό που ειπώθηκε ή αυτό που είναι βέβαιο.
Αντίθετα, το «ό,τι» (με απόστροφο και τόνο) είναι μια αναφορική αντωνυμία ή αναφορικό επίρρημα. Σημαίνει «οτιδήποτε», «κάθε τι που», «όποιο πράγμα». Χρησιμοποιείται για να εισαγάγει αναφορικές προτάσεις που δηλώνουν κάτι αόριστο ή γενικό. Μπορούμε να το αντικαταστήσουμε νοητά με φράσεις όπως «κάθε τι που» ή «το οποίο». Για παράδειγμα: «Πάρε ό,τι θέλεις» (δηλαδή: Πάρε κάθε τι που θέλεις), «Ό,τι και να γίνει, θα είμαι εκεί» (δηλαδή: Οποιοδήποτε πράγμα και να γίνει).
Ο πιο εύκολος τρόπος για να τα ξεχωρίσουμε είναι να δοκιμάσουμε να αντικαταστήσουμε τη λέξη. Αν μπορούμε να την αντικαταστήσουμε με το «κάθε τι που» ή «το οποίο», τότε γράφουμε «ό,τι» με απόστροφο και τόνο. Αν όχι, και η λέξη εισάγει απλώς μια πληροφορία ή δήλωση, τότε γράφουμε «ότι» χωρίς απόστροφο.
