Η βυζαντινή τέχνη και αρχιτεκτονική αναπτύχθηκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζάντιο) από τον 4ο έως τον 15ο αιώνα, επηρεασμένη βαθιά από τον Χριστιανισμό και την κληρονομιά της Ρωμαϊκής και Ελληνιστικής τέχνης. Τα χαρακτηριστικά της αντικατοπτρίζουν την πνευματικότητα, την ιεραρχία και τη συμβολική της φύση.
Στην αρχιτεκτονική, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ο κεντρικός σχεδιασμός, συχνά με σταυροειδή κάτοψη εγγεγραμμένη σε τετράγωνο (ο λεγόμενος «εγγεγραμμένος σταυρός»). Η χρήση του τρούλου είναι καθοριστική, συμβολίζοντας τον ουρανό και την παρουσία του Θεού. Οι τρούλοι στηρίζονταν σε σφαιρικά τρίγωνα (pendentives) ή κόγχες, επιτρέποντας τη μετάβαση από τετράγωνη βάση σε κυκλικό τρούλο. Τα υλικά περιλάμβαναν τούβλο και πέτρα, συχνά με εξωτερική όψη λιτή και εσωτερική πλούσια διακόσμηση με μάρμαρα, ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Παραδείγματα αποτελούν η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη και οι πολυάριθμες βυζαντινές εκκλησίες σε όλη την αυτοκρατορία.
Όσον αφορά την τέχνη, κυριαρχούσε η θρησκευτική θεματολογία. Τα ψηφιδωτά ήταν η κατεξοχήν μορφή τέχνης, χρησιμοποιώντας χρυσό φόντο για να αποδώσουν το θείο φως και την αιωνιότητα, με σχηματοποιημένες μορφές αγίων, του Χριστού Παντοκράτορα και της Θεοτόκου. Οι μορφές ήταν συμβολικές και όχι ρεαλιστικές, με μεγάλα μάτια, λεπτά χαρακτηριστικά και άκαμπτες στάσεις, τονίζοντας την πνευματική διάσταση έναντι της υλικής. Οι τοιχογραφίες (φρέσκο) χρησιμοποιήθηκαν επίσης, ειδικά σε μεταγενέστερες περιόδους, ως πιο οικονομική λύση. Οι φορητές εικόνες, μικρές ξύλινες επιφάνειες με ζωγραφισμένες θρησκευτικές παραστάσεις, ήταν επίσης κεντρικές στη βυζαντινή λατρεία και τέχνη, ακολουθώντας παρόμοια εικονογραφικά πρότυπα. Η τέχνη απέφευγε την προοπτική και τον όγκο, εστιάζοντας στην επίπεδη, συμβολική αναπαράσταση. Η απουσία ρεαλισμού και η έμφαση στην πνευματικότητα είναι καθοριστικά χαρακτηριστικά.





