Στα Αρχαία Ελληνικά, η διάκριση μεταξύ οριστικού και αορίστου γίνεται με έναν τρόπο που διαφέρει σημαντικά από τα Νέα Ελληνικά.
Το **οριστικό άρθρο** στα Αρχαία Ελληνικά είναι το «ὁ, ἡ, τό» (ο, η, το) και λειτουργεί παρόμοια με το οριστικό άρθρο στα Νέα Ελληνικά. Χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι συγκεκριμένο, κάτι που είναι ήδη γνωστό στον ομιλητή και στον ακροατή, ή κάτι μοναδικό. Για παράδειγμα, «ὁ ἄνθρωπος» σημαίνει «ο συγκεκριμένος άνθρωπος», «ἡ πόλις» σημαίνει «η συγκεκριμένη πόλη». Το οριστικό άρθρο κλίνεται και συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση με το ουσιαστικό που προσδιορίζει. Είναι απαραίτητο για να καθορίσει την ταυτότητα ή την ιδιότητα ενός προσώπου, ζώου ή πράγματος.
Αντίθετα, **αόριστο άρθρο δεν υπάρχει** στα Αρχαία Ελληνικά. Αυτή είναι η βασική και πιο σημαντική διαφορά. Όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αοριστία, δηλαδή να αναφερθούμε σε κάτι γενικό, μη συγκεκριμένο ή οποιοδήποτε, απλώς παραλείπουμε το οριστικό άρθρο. Για παράδειγμα, ενώ «ὁ ἄνθρωπος» είναι «ο άνθρωπος», η λέξη «ἄνθρωπος» (χωρίς άρθρο) σημαίνει «ένας άνθρωπος» ή «κάποιος άνθρωπος». Ομοίως, «γυνή» σημαίνει «μία γυναίκα» ή «κάποια γυναίκα».
Εκτός από την παράλειψη του άρθρου, η αοριστία μπορεί να δηλωθεί και με τη χρήση αόριστων αντωνυμιών, όπως το «τις, τι» (κάποιος, κάτι) ή με αριθμητικά όπως το «εἷς, μία, ἕν» (ένας, μία, ένα) όταν χρησιμοποιούνται με την έννοια του «ένας οποιοσδήποτε». Ωστόσο, η πιο συνηθισμένη και άμεση έκφραση της αοριστίας είναι η απλή απουσία του οριστικού άρθρου μπροστά από ένα ουσιαστικό. Επομένως, η κύρια διαφορά είναι η ύπαρξη ενός συγκεκριμένου άρθρου για το οριστικό και η απουσία οποιουδήποτε άρθρου για το αόριστο.
