Στη Γλώσσα μας, τόσο ο επιθετικός όσο και ο επιρρηματικός προσδιορισμός έχουν ως στόχο να δώσουν περισσότερες πληροφορίες για κάτι. Ωστόσο, ο καθένας το κάνει με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικά μέρη του λόγου.
Ο **επιθετικός προσδιορισμός** είναι μια λέξη ή φράση που προσδιορίζει ένα ουσιαστικό ή μια αντωνυμία. Η κύρια λειτουργία του είναι να δηλώσει μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό ή μια ποιότητα του ουσιαστικού που συνοδεύει. Για παράδειγμα, στην πρόταση «Ο *ψηλός* μαθητής διαβάζει», η λέδα «ψηλός» είναι επιθετικός προσδιορισμός και μας λέει κάτι για τον μαθητή. Ο επιθετικός προσδιορισμός συμφωνεί πάντα σε γένος, αριθμό και πτώση με το ουσιαστικό που προσδιορίζει. Μπορεί να είναι επίθετο (όπως το «ψηλός»), μετοχή («ο *τρέχων* ποταμός») ή ακόμα και ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο («η *πέτρινη* γέφυρα»).
Αντίθετα, ο **επιρρηματικός προσδιορισμός** είναι μια λέδα ή φράση που προσδιορίζει κυρίως ένα ρήμα, αλλά μπορεί επίσης να προσδιορίσει ένα επίθετο, ένα άλλο επίρρημα ή ακόμα και ολόκληρη την πρόταση. Η λειτουργία του είναι να προσδιορίσει τον τρόπο, τον τόπο, το χρόνο, την ποσότητα, την αιτία, τον σκοπό ή άλλες συνθήκες της ενέργειας, της ιδιότητας ή της κατάστασης που εκφράζεται. Για παράδειγμα, στην πρόταση «Ο μαθητής διαβάζει *προσεκτικά*», η λέξη «προσεκτικά» είναι επιρρηματικός προσδιορισμός και μας λέει πώς διαβάζει ο μαθητής. Ο επιρρηματικός προσδιορισμός είναι άκλιτος, δηλαδή δεν αλλάζει μορφή ανάλογα με το γένος, τον αριθμό ή την πτώση, και δεν συμφωνεί με κανένα άλλο μέρος του λόγου. Μπορεί να είναι επίρρημα (όπως το «προσεκτικά»), εμπρόθετος προσδιορισμός («έρχεται *από το σχολείο*») ή αιτιατική ουσιαστικού («έρχεται *κάθε μέρα*»).
Η βασική διαφορά λοιπόν είναι: ο επιθετικός προσδιορίζει ουσιαστικά/αντωνυμίες και κλίνεται, ενώ ο επιρρηματικός προσδιορίζει ρήματα/επίθετα/επιρρήματα και είναι άκλιτος.





