Στον καθημερινό μας λόγο, χρησιμοποιούμε τις λέξεις είτε με την κυριολεκτική τους σημασία είτε με μια πιο πλαστική, μεταφορική έννοια. Η κατανόηση αυτής της διάκρισης είναι θεμελιώδης για την ορθή ερμηνεία και χρήση της γλώσσας.
**Κυριολεξία** σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μια λέξη ή φράση ακριβώς με την αρχική, βασική και αναγνωρισμένη σημασία της, όπως αυτή περιγράφεται στο λεξικό. Δεν υπάρχει κρυφό νόημα ή υπαινιγμός. Αυτός ο τρόπος έκφρασης είναι άμεσος, σαφής και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Για παράδειγμα, όταν λέμε "Το δέντρο έχει πράσινα φύλλα", εννοούμε ακριβώς αυτό: ένα φυτό με κορμό και κλαδιά έχει φύλλα που είναι πράσινου χρώματος. Άλλα παραδείγματα είναι "Ο ήλιος λάμπει" ή "Το παιδί τρέχει".
Αντίθετα, **Μεταφορά** είναι η χρήση μιας λέξης ή φράσης με διαφορετική σημασία από την κυριολεκτική της, για να περιγράψουμε κάτι άλλο, συνήθως με σκοπό να δώσουμε έμφαση, να δημιουργήσουμε μια εικόνα, να εκφράσουμε ένα συναίσθημα ή να κάνουμε τον λόγο πιο ζωντανό και ενδιαφέρον. Η μεταφορά βασίζεται σε μια ομοιότητα ή αντιστοιχία μεταξύ της κυριολεκτικής σημασίας της λέξης και αυτού που θέλουμε να περιγράψουμε. Για παράδειγμα, αν πούμε "Ο ήλιος της ζωής μου", δεν εννοούμε ότι ένα αστέρι είναι κυριολεκτικά η ζωή μας, αλλά ότι ένα πρόσωπο είναι τόσο φωτεινό και απαραίτητο για εμάς όσο ο ήλιος για τη Γη. Άλλα παραδείγματα είναι "έχει χρυσή καρδιά" (είναι πολύ καλός), "έπεσε στα μαλακά" (γλίτωσε από μια δύσκολη κατάσταση), ή "βράζει από θυμό" (είναι πολύ θυμωμένος).
Η βασική διαφορά λοιπόν έγκειται στο αν η λέξη χρησιμοποιείται με την αρχική, λεξική της σημασία (κυριολεξία) ή αν μεταφέρει αυτή τη σημασία σε κάτι άλλο, δημιουργώντας μια νέα, συμβολική ή παραστατική έννοια (μεταφορά). Η μεταφορά εμπλουτίζει τον λόγο, ενώ η κυριολεξία εξασφαλίζει την ακρίβεια και τη σαφήνεια.
