Ο Αόριστος Β' στην αρχαία ελληνική γλώσσα είναι ένας χρόνος του παρελθόντος, ο οποίος, σε αντίθεση με τον Αόριστο Α', σχηματίζεται με διαφορετικό τρόπο για ορισμένα ρήματα. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι το ρηματικό του θέμα συχνά διαφέρει από αυτό του Ενεστώτα, ενώ διατηρείται αναλλοίωτο ή αλλάζει με συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό τον καθιστά ξεχωριστό και απαιτεί προσοχή στην εκμάθησή του.
Για να κλίνουμε ένα ρήμα στον Αόριστο Β', χρειαζόμαστε τρία βασικά συστατικά: την αύξηση, το ρηματικό θέμα του Αορίστου Β' και τις καταλήξεις. Η αύξηση μπορεί να είναι συλλαβική (π.χ., ε-) ή χρονική (π.χ., η-), όπως και σε άλλους παρελθοντικούς χρόνους. Το θέμα είναι το πιο κρίσιμο σημείο, καθώς μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό από το θέμα του Ενεστώτα (π.χ., από "λαμβάνω" σε "λαβ-"). Οι καταλήξεις του Αορίστου Β' στην ενεργητική φωνή είναι ίδιες με αυτές του Παρατατικού: -ον, -ες, -ε(ν), -ομεν, -ετε, -ον.
Ας δούμε ένα παράδειγμα με το ρήμα "λείπω" (αφήνω), του οποίου το θέμα Αορίστου Β' είναι "λιπ-". Με την προσθήκη της συλλαβικής αύξησης "ε-" και των καταλήξεων, η κλίση του είναι: ἐ-λιπ-ον, ἐ-λιπ-ες, ἐ-λιπ-ε(ν), ἐ-λιπ-ομεν, ἐ-λιπ-ετε, ἐ-λιπ-ον. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι πολλά ρήματα έχουν απρόβλεπτα θέματα Αορίστου Β', όπως το "λαμβάνω" (παίρνω) που γίνεται "ἔλαβον" ή το "εὑρίσκω" (βρίσκω) που γίνεται "ηὗρον" (με χρονική αύξηση από "ευ" σε "ηυ"). Η εξοικείωση με αυτά τα ρήματα έρχεται με την πρακτική και την απομνημόνευση.
