Οι μύες είναι οι κινητήριες δυνάμεις του σώματός μας, υπεύθυνοι για κάθε κίνηση, από το περπάτημα μέχρι τον χτύπο της καρδιάς. Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι μυών: οι σκελετικοί, οι λείοι και ο καρδιακός. Για την κίνηση του σώματος, εστιάζουμε κυρίως στους σκελετικούς μύες, οι οποίοι προσκολλώνται στα οστά και είναι υπεύθυνοι για τις εκούσιες κινήσεις.
Κάθε σκελετικός μυς αποτελείται από χιλιάδες μυϊκές ίνες. Κάθε μυϊκή ίνα περιέχει μικρότερες δομές που ονομάζονται μυοϊνίδια, τα οποία με τη σειρά τους αποτελούνται από επαναλαμβανόμενες μονάδες, τα σαρκομέρια. Τα σαρκομέρια περιέχουν δύο βασικές πρωτεΐνες: την ακτίνη (λεπτές ίνες) και τη μυοσίνη (παχιές ίνες). Η λειτουργία των μυών βασίζεται στην ικανότητά τους να συστέλλονται. Αυτή η συστολή συμβαίνει όταν οι κεφαλές της μυοσίνης προσδένονται στην ακτίνη και την τραβούν προς το κέντρο του σαρκομερίου, προκαλώντας την ολίσθηση των ινών της ακτίνης πάνω στις ίνες της μυοσίνης. Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή ως θεωρία της ολισθαίνουσας ίνας και απαιτεί ενέργεια από το ATP.
Οι μύες συνεργάζονται άψογα με τα οστά μέσω των τενόντων, ισχυρών, ινωδών συνδετικών ιστών που συνδέουν τους μύες με τα οστά. Όταν ένας μυς συστέλλεται, τραβάει τον τένοντα, ο οποίος με τη σειρά του τραβάει το οστό στο οποίο είναι προσκολλημένος, προκαλώντας κίνηση σε μια άρθρωση. Για την εκτέλεση μιας κίνησης, οι μύες λειτουργούν συχνά σε ζεύγη, ως ανταγωνιστές. Για παράδειγμα, ο δικέφαλος βραχιόνιος συστέλλεται για να κάμψει τον αγκώνα, ενώ ο τρικέφαλος βραχιόνιος χαλαρώνει. Για να εκτελεστεί η αντίστροφη κίνηση (έκταση), ο τρικέφαλος συστέλλεται και ο δικέφαλος χαλαρώνει.
Η όλη διαδικασία ελέγχεται από το νευρικό σύστημα. Ένα νευρικό ερέθισμα φτάνει στον μυ, προκαλώντας την απελευθέρωση ασβεστίου, το οποίο ενεργοποιεί την αλληλεπίδραση ακτίνης-μυοσίνης και τη συστολή. Τα οστά παρέχουν τη δομή και τους μοχλούς, ενώ οι μύες παρέχουν τη δύναμη για την κίνηση, δημιουργώντας ένα αποτελεσματικό μυοσκελετικό σύστημα που επιτρέπει την κίνηση, τη στάση και την προστασία των εσωτερικών οργάνων.





