Η μεταφορά των θρεπτικών ουσιών στο σώμα είναι μια πολύπλοκη και ζωτική διαδικασία που επιτελείται κυρίως από το κυκλοφορικό σύστημα, ξεκινώντας όμως από το πεπτικό. Αρχικά, η τροφή, αφού μασηθεί και καταποθεί, φτάνει στο στομάχι και στη συνέχεια στο λεπτό έντερο. Εκεί, με τη δράση πεπτικών ενζύμων, διασπάται σε μικρότερα, απορροφήσιμα μόρια, όπως η γλυκόζη, τα αμινοξέα και τα λιπαρά οξέα.
Αυτά τα διασπασμένα μόρια απορροφώνται από τα τοιχώματα του λεπτού εντέρου. Τα τοιχώματα αυτά διαθέτουν μικρές προεξοχές, τις εντερικές λάχνες, οι οποίες αυξάνουν σημαντικά την επιφάνεια απορρόφησης. Μέσω των λαχνών, οι θρεπτικές ουσίες περνούν στα τριχοειδή αγγεία που βρίσκονται εντός τους και εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος.
Μόλις εισέλθουν στο αίμα, οι θρεπτικές ουσίες ξεκινούν το ταξίδι τους. Το πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά αίμα ταξιδεύει μέσω των φλεβών προς την καρδιά. Η καρδιά, λειτουργώντας ως αντλία, διοχετεύει αυτό το αίμα με δύναμη μέσω των αρτηριών σε όλο το σώμα. Οι αρτηρίες διακλαδίζονται σε μικρότερες αρτηρίες και τελικά σε τριχοειδή αγγεία, τα οποία είναι τα λεπτότερα αιμοφόρα αγγεία και φτάνουν σε κάθε κύτταρο.
Στα τριχοειδή αγγεία, πραγματοποιείται η ανταλλαγή ουσιών. Λόγω του εξαιρετικά λεπτού τους τοιχώματος (πάχους ενός κυττάρου), οι θρεπτικές ουσίες περνούν εύκολα από το αίμα στα κύτταρα των ιστών. Ταυτόχρονα, τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού των κυττάρων, όπως το διοξείδιο του άνθρακα, περνούν από τα κύτταρα πίσω στο αίμα για να απομακρυνθούν από το σώμα. Έτσι, τα κύτταρα λαμβάνουν την απαραίτητη ενέργεια και δομικά υλικά για όλες τις ζωτικές τους λειτουργίες.
