Τα υποκοριστικά είναι λέξεις που σχηματίζονται από άλλες λέξεις (συνήθως ουσιαστικά και επίθετα) για να δηλώσουν κάτι μικρότερο σε μέγεθος, αλλά πολύ συχνά και για να εκφράσουν τρυφερότητα, οικειότητα, αγάπη, ή ακόμα και περιφρόνηση. Στα Νέα Ελληνικά, ο σχηματισμός τους γίνεται κυρίως με την προσθήκη συγκεκριμένων καταλήξεων στην αρχική λέξη.
Ο πιο κοινός τρόπος είναι η χρήση της κατάληξης **-άκι** για ουδέτερα ουσιαστικά. Για παράδειγμα, από το «παιδί» σχηματίζουμε το «παιδάκι», από το «σπίτι» το «σπιτάκι» και από το «τραπέζι» το «τραπεζάκι». Αυτή η κατάληξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για αρσενικά ή θηλυκά ουσιαστικά, τα οποία μετατρέπονται σε ουδέτερα, όπως «ο σκύλος» -> «το σκυλάκι» ή «η γάτα» -> «το γατάκι».
Άλλες πολύ συχνές καταλήξεις είναι οι **-ούλης** (για αρσενικά), **-ούλα** (για θηλυκά) και **-ούλι** (για ουδέτερα), οι οποίες προσδίδουν έντονη συναισθηματική φόρτιση, κυρίως τρυφερότητα. Συναντώνται συχνά σε κύρια ονόματα, όπως «ο Γιάννης» -> «ο Γιαννούλης», «η Μαρία» -> «η Μαριούλα». Επίσης, σε κοινά ουσιαστικά, όπως «το λουλούδι» -> «το λουλουδούλι» ή «η καρδιά» -> «η καρδούλα».
Για τα θηλυκά ουσιαστικά, συχνά χρησιμοποιείται και η κατάληξη **-ίτσα**, όπως «η πόρτα» -> «η πορτίτσα», «η κόρη» -> «το κορίτσι» (εδώ αλλάζει και το γένος). Για τα αρσενικά, αν και λιγότερο συχνά, μπορεί να συναντήσουμε την κατάληξη **-άκος**, όπως «ο σκύλος» -> «ο σκυλάκος».
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα υποκοριστικά δεν δηλώνουν πάντα μόνο μικρό μέγεθος. Συχνά εκφράζουν αγάπη, οικειότητα, συμπάθεια, αλλά και οίκτο ή ακόμα και ειρωνεία/περιφρόνηση, ανάλογα με το συγκείμενο και τον τόνο της φωνής. Η επιλογή της κατάληξης μπορεί να επηρεάσει και τη συναισθηματική απόχρωση.





