Οι βάσεις είναι μια σημαντική κατηγορία χημικών ενώσεων, γνωστές για τις αντίθετες ιδιότητές τους σε σχέση με τα οξέα. Σύμφωνα με τον ορισμό του Arrhenius, μια βάση είναι μια ουσία που όταν διαλύεται στο νερό, παράγει ιόντα υδροξειδίου (OH-). Ένας πιο γενικός ορισμός, αυτός των Brønsted-Lowry, περιγράφει τις βάσεις ως δέκτες πρωτονίων (H+). Αυτοί οι ορισμοί είναι οι πιο χρήσιμοι για την κατανόηση των βάσεων στο επίπεδο του γυμνασίου/λυκείου.
Οι βάσεις έχουν αρκετές χαρακτηριστικές ιδιότητες. Καταρχάς, έχουν πικρή γεύση, αν και δεν πρέπει ποτέ να δοκιμάζονται χημικές ουσίες. Όταν τις αγγίζουμε, δίνουν μια ολισθηρή, σαπουνώδη αίσθηση. Μία από τις πιο γνωστές ιδιότητές τους είναι η ικανότητά τους να αλλάζουν το χρώμα των δεικτών pH: για παράδειγμα, μετατρέπουν το κόκκινο ηλιοτρόπιο σε μπλε και τη φαινολοφθαλεΐνη σε ροζ.
Επιπλέον, οι βάσεις αντιδρούν με τα οξέα σε μια αντίδραση εξουδετέρωσης, παράγοντας ένα άλας και νερό. Αυτή η αντίδραση είναι θεμελιώδης στη χημεία. Τα υδατικά διαλύματα των βάσεων είναι επίσης ηλεκτρολύτες, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να διεξάγουν τον ηλεκτρισμό, λόγω της παρουσίας ιόντων. Τέλος, το pH των βασικών διαλυμάτων είναι πάντα μεγαλύτερο από 7, με τις ισχυρές βάσεις να έχουν πολύ υψηλό pH. Παραδείγματα κοινών βάσεων είναι το υδροξείδιο του νατρίου (NaOH), το υδροξείδιο του καλίου (KOH) και η αμμωνία (NH3).





