Ο μυκηναϊκός πολιτισμός αναπτύχθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα περίπου από το 1600 π.Χ. έως το 1100 π.Χ. και αποτελεί την πρώτη μεγάλη ελληνική δύναμη. Ήταν ένας πολιτισμός πολεμικός και οργανωμένος γύρω από ισχυρά ανακτορικά κέντρα, όπως οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Πύλος και η Θήβα. Κάθε ανάκτορο αποτελούσε το κέντρο μιας αυτόνομης πολιτείας, με έναν πανίσχυρο βασιλιά, τον «άνακτα», επικεφαλής.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά τους ήταν η μνημειακή αρχιτεκτονική τους. Τα ανακτορικά συγκροτήματα προστατεύονταν από τεράστια τείχη, γνωστά ως «κυκλώπεια τείχη», λόγω του μεγέθους των λίθων που χρησιμοποιήθηκαν, τα οποία οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι τα είχαν χτίσει οι Κύκλωπες. Μέσα στα ανάκτορα, το κεντρικό κτίριο ήταν το «μέγαρο», μια μεγάλη αίθουσα με εστία στο κέντρο και τέσσερις κίονες, που χρησίμευε ως χώρος υποδοχής και τελετών.
Η κοινωνία τους ήταν ιεραρχική, με τους πολεμιστές να κατέχουν σημαντική θέση. Η οικονομία βασιζόταν στη γεωργία, αλλά και στο εμπόριο, καθώς οι Μυκηναίοι ήταν σπουδαίοι θαλασσοπόροι και διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με πολλές περιοχές της Μεσογείου. Χρησιμοποιούσαν ένα γραφικό σύστημα, τη Γραμμική Β', η οποία έχει αποκρυπτογραφηθεί και μας έχει δώσει πολύτιμες πληροφορίες για την οικονομική και διοικητική οργάνωση των ανακτόρων. Η Γραμμική Β' είναι η αρχαιότερη μορφή της ελληνικής γλώσσας.
Τέλος, οι Μυκηναίοι ήταν γνωστοί για τους πλούσιους τάφους τους, όπως οι θολωτοί τάφοι, που μαρτυρούν τον πλούτο και την κοινωνική διαστρωμάτωση. Η τέχνη τους περιλάμβανε περίτεχνα χρυσά κοσμήματα, τοιχογραφίες και κεραμική. Ο πολιτισμός τους άκμασε για πολλούς αιώνες, επηρεάζοντας βαθιά τον μεταγενέστερο ελληνικό κόσμο, πριν καταρρεύσει μυστηριωδώς γύρω στο 1100 π.Χ.





