Η μετοχή είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του αρχαίου ελληνικού λόγου, ένα είδος «υβριδικής» λέξης που συνδυάζει χαρακτηριστικά τόσο του ρήματος όσο και του επιθέτου. Γι' αυτό τον λόγο, ονομάζεται και ρηματικό επίθετο.
**Η Διπλή Φύση της Μετοχής:**
1. **Ρηματική Φύση:** Ως ρήμα, η μετοχή εκφράζει χρόνο (ενεστώτας, αόριστος, παρακείμενος, μέλλοντας), φωνή (ενεργητική, μέση, παθητική) και μπορεί να πάρει αντικείμενο ή συμπλήρωμα, όπως ένα κανονικό ρήμα. Επίσης, μπορεί να αρνηθείται με το «οὐ» ή το «μή».
2. **Επιθετική Φύση:** Ως επίθετο, η μετοχή κλίνεται σε τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο), τρεις αριθμούς (ενικός, δυϊκός, πληθυντικός) και όλες τις πτώσεις. Συμφωνεί πάντα με ένα ουσιαστικό ή μια αντωνυμία στο γένος, τον αριθμό και την πτώση.
**Οι Βασικές Χρήσεις της Μετοχής:**
1. **Επιθετική Μετοχή:** Χρησιμοποιείται όπως ένα επίθετο και συνήθως συνοδεύεται από άρθρο. Περιγράφει ένα ουσιαστικό. Π.χ., «ὁ γράφων ἀνήρ» (ο άνδρας που γράφει), «τὸν φεύγοντα στρατιώτην» (τον στρατιώτη που φεύγει).
2. **Κατηγορηματική Μετοχή:** Δεν συνοδεύεται από άρθρο και λειτουργεί ως μέρος του κατηγορουμένου, προσδίδοντας μια επιπλέον πληροφορία για το υποκείμενο ή το αντικείμενο του κύριου ρήματος. Εκφράζει διάφορες περιστάσεις:
* **Χρόνο:** «ἀκούσας ἔφυγε» (αφού άκουσε, έφυγε).
* **Αιτία:** «φοβούμενος ἔφυγε» (επειδή φοβόταν, έφυγε).
* **Τρόπο:** «ἔρχεται τρέχων» (έρχεται τρέχοντας).
* **Υπόθεση:** «ταῦτα ποιῶν εὐτυχήσεις» (αν κάνεις αυτά, θα ευτυχίσεις).
* **Εναντίωση:** «καίπερ πλούσιος ὤν, οὐκ εὐτυχής ἐστι» (αν και είναι πλούσιος, δεν είναι ευτυχισμένος).
3. **Απόλυτη Μετοχή:** Είναι μια σύνταξη όπου η μετοχή και το υποκείμενό της βρίσκονται σε πτώση γενική (Γενική Απόλυτη) ή σπανιότερα αιτιατική (Αιτιατική Απόλυτη) και δεν αναφέρονται στο υποκείμενο του κύριου ρήματος. Η Γενική Απόλυτη είναι η πιο συχνή και εκφράζει συνήθως χρόνο, αιτία, υπόθεση ή εναντίωση. Π.χ., «τοῦ ἡλίου ἀνατέλλοντος, ἐπορευόμεθα» (ενώ ο ήλιος ανέτελλε, πορευόμασταν).





