Στην Αρχαία Ελληνική, τα ρήματα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες με βάση τον τρόπο που σχηματίζουν τους τύπους τους: τα ρήματα σε -ω και τα ρήματα σε -μι. Η κύρια διαφορά τους έγκειται στην παρουσία ή απουσία ενός «θεματικού φωνήεντος» μεταξύ του ριζικού θέματος και της κατάληξης.
Τα ρήματα σε -ω, γνωστά και ως «θεματικά» ρήματα, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των ρημάτων. Χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ενός θεματικού φωνήεντος (συνήθως -ο- ή -ε-) πριν από την προσωπική κατάληξη. Για παράδειγμα, στο ρήμα «λύ-ω», το -ο- είναι το θεματικό φωνήεν που συνδέει το θέμα «λυ-» με την κατάληξη -ω. Αυτά τα ρήματα ακολουθούν γενικά πιο τακτικούς κανόνες κλίσης και είναι ευκολότερα στην εκμάθηση. Παραδείγματα είναι τα ρήματα: λύω, παιδεύω, γράφω.
Αντίθετα, τα ρήματα σε -μι, γνωστά και ως «αθεματικά» ρήματα, είναι λιγότερα σε αριθμό αλλά εξαιρετικά σημαντικά (π.χ. εἰμί, φημί, τίθημι, δίδωμι, ἵστημι). Ονομάζονται αθεματικά επειδή δεν έχουν θεματικό φωνήεν. Οι προσωπικές καταλήξεις προσαρτώνται απευθείας στο ριζικό θέμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουν διαφορετικές καταλήξεις από τα ρήματα σε -ω, ειδικά στον ενεστώτα και στον παρατατικό. Πολλά από αυτά τα ρήματα παρουσιάζουν επίσης ιδιαιτερότητες, όπως ο αναδιπλασιασμός (π.χ. δίδωμι από δω-) ή μεταβολές στο φωνήεν του θέματος (π.χ. τίθημι από θε-).
Συνοψίζοντας, η βασική διάκριση είναι ότι τα ρήματα σε -ω χρησιμοποιούν ένα θεματικό φωνήεν για να συνδέσουν το θέμα με την κατάληξη, ενώ τα ρήματα σε -μι συνδέουν την κατάληξη απευθείας με το θέμα, οδηγώντας σε διαφορετικούς τύπους κλίσης και συχνά σε πρόσθετες ιδιαιτερότητες.





