Το απαρέμφατο στην Αρχαία Ελληνική είναι μια ιδιόμορφη μορφή του ρήματος που συνδυάζει χαρακτηριστικά ρήματος και ουσιαστικού. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα «ρηματικό ουσιαστικό». Ως ρήμα, έχει χρόνο (ενεστώτας, αόριστος, μέλλων, παρακείμενος), φωνή (ενεργητική, μέση, παθητική), μπορεί να πάρει υποκείμενο (συνήθως σε αιτιατική), αντικείμενο και επιρρηματικούς προσδιορισμούς. Ως ουσιαστικό, μπορεί να λειτουργήσει ως υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο ή επεξήγηση.
Οι βασικές χρήσεις του απαρεμφάτου είναι οι εξής:
1. **Ως υποκείμενο ή αντικείμενο ρήματος**: Το απαρέμφατο μπορεί να λειτουργεί ως υποκείμενο απρόσωπων ρημάτων ή εκφράσεων (π.χ. «χρή ἐλθεῖν» - πρέπει να έρθει) ή ως αντικείμενο μεταβατικών ρημάτων (π.χ. «βούλομαι γράφειν» - θέλω να γράψω). Σε αυτή την περίπτωση, το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το ίδιο με του κύριου ρήματος ή εννοείται από τα συμφραζόμενα.
2. **Ειδικό απαρέμφατο**: Χρησιμοποιείται μετά από ρήματα λεκτικά, γνωστικά, αισθητικά, δοξαστικά (π.χ. λέγω, νομίζω, οἶδα, ἀκούω). Εκφράζει το περιεχόμενο μιας σκέψης, άποψης ή αντίληψης. Το υποκείμενο του ειδικού απαρεμφάτου τίθεται σε αιτιατική, ενώ ο χρόνος του απαρεμφάτου δηλώνει το συγχρονικό, προτερόχρονο ή υστερόχρονο σε σχέση με το κύριο ρήμα. Για παράδειγμα, «λέγω σε γράφειν» (λέω ότι γράφεις - συγχρονικό), «λέγω σε γράψαι» (λέω ότι έγραψες - προτερόχρονο), «λέγω σε γράψειν» (λέω ότι θα γράψεις - υστερόχρονο).
3. **Τελικό απαρέμφατο**: Εκφράζει σκοπό. Συχνά απαντά μετά από ρήματα κίνησης ή επιδίωξης και μεταφράζεται με το «για να». Π.χ. «ἔρχομαι μαθεῖν» (έρχομαι για να μάθω).
4. **Αποτέλεσματικό απαρέμφατο**: Εκφράζει αποτέλεσμα και εισάγεται συνήθως με το «ὥστε». Π.χ. «οὕτως ἐστὶ σοφός, ὥστε πάντας διδάσκειν» (είναι τόσο σοφός, ώστε να διδάσκει όλους).
5. **Χρονικό απαρέμφατο**: Εισάγεται από χρονικούς συνδέσμους όπως «πρίν», «πρίν ἤ», «ἐφ' ᾧ» και δηλώνει το χρονικό σημείο ή την προϋπόθεση μιας ενέργειας.
6. **Επεξηγηματικό απαρέμφατο**: Επεξηγεί μια προηγούμενη λέξη ή φράση, συνήθως ένα ουσιαστικό. Π.χ. «τὸ ἐσθίειν ἐστὶ ἀνάγκη» (το να τρώει κανείς είναι ανάγκη).
7. **Κατηγορηματικό απαρέμφατο**: Χρησιμοποιείται ως κατηγορούμενο μετά από συνδετικά ρήματα όπως «εἰμί», «γίγνομαι», «φαίνομαι».
Η κατανόηση του απαρεμφάτου είναι κρίσιμη για τη σωστή μετάφραση και ερμηνεία των αρχαίων ελληνικών κειμένων, καθώς είναι μια από τις πιο συχνές και σύνθετες δομές.





