Η ανοσία είναι η ικανότητα του οργανισμού να αναγνωρίζει και να καταπολεμά παθογόνους μικροοργανισμούς, όπως βακτήρια, ιούς και μύκητες. Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι ανοσίας που συνεργάζονται για την προστασία μας: η φυσική (ή έμφυτη) ανοσία και η επίκτητη (ή προσαρμοστική) ανοσία.
Η **φυσική ανοσία** είναι η πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού και είναι παρούσα από τη γέννηση. Χαρακτηρίζεται από το ότι είναι μη ειδική, δηλαδή αντιδρά με τον ίδιο τρόπο σε ένα ευρύ φάσμα παθογόνων, χωρίς να τα αναγνωρίζει συγκεκριμένα. Λειτουργεί γρήγορα, μέσα σε λίγες ώρες από την έκθεση σε έναν παθογόνο παράγοντα. Στα συστατικά της φυσικής ανοσίας περιλαμβάνονται φυσικοί φραγμοί όπως το δέρμα και οι βλεννογόνοι, κύτταρα όπως τα φαγοκύτταρα (π.χ. μακροφάγα, ουδετερόφιλα) και τα φυσικά φονικά κύτταρα (NK cells), καθώς και μηχανισμοί όπως η φλεγμονή και ο πυρετός. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν δημιουργεί ανοσολογική μνήμη, δηλαδή δεν «θυμάται» προηγούμενες συναντήσεις με παθογόνους.
Αντίθετα, η **επίκτητη ανοσία** αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου και είναι εξαιρετικά ειδική. Αυτό σημαίνει ότι στοχεύει συγκεκριμένους παθογόνους παράγοντες ή τοξίνες. Η απόκρισή της είναι αρχικά πιο αργή από αυτή της φυσικής ανοσίας (μερικές ημέρες), αλλά είναι πολύ πιο ισχυρή και αποτελεσματική σε επαναλαμβανόμενες εκθέσεις στον ίδιο παθογόνο. Βασικά συστατικά της επίκτητης ανοσίας είναι τα λεμφοκύτταρα, συγκεκριμένα τα Β-λεμφοκύτταρα (που παράγουν αντισώματα) και τα Τ-λεμφοκύτταρα (που καταστρέφουν μολυσμένα κύτταρα ή ρυθμίζουν την ανοσολογική απόκριση). Το πιο κρίσιμο χαρακτηριστικό της επίκτητης ανοσίας είναι η δημιουργία ανοσολογικής μνήμης. Μετά την πρώτη έκθεση, ο οργανισμός παράγει κύτταρα μνήμης, τα οποία επιτρέπουν μια ταχύτερη και ισχυρότερη απόκριση σε μελλοντικές συναντήσεις με τον ίδιο παθογόνο. Η επίκτητη ανοσία μπορεί να είναι ενεργητική (μέσω μόλυνσης ή εμβολιασμού) ή παθητική (μέσω μεταφοράς αντισωμάτων, π.χ. από τη μητέρα στο βρέφος).





