Η περίοδος της Τουρκοκρατίας, που διήρκεσε περίπου τέσσερις αιώνες για το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χώρου, ήταν μια εποχή μεγάλων προκλήσεων αλλά και επιβίωσης για τους Έλληνες. Η ζωή τους καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από το καθεστώς των «ραγιάδων», δηλαδή των υποτελών χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό σήμαινε έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων, βαριά φορολογία (όπως ο κεφαλικός φόρος, το χαράτσι) και περιορισμούς στην κοινωνική ανέλιξη.
Ωστόσο, οι Έλληνες διατήρησαν την εθνική και θρησκευτική τους ταυτότητα χάρη στο σύστημα των «μιλέτ» που εφάρμοσαν οι Οθωμανοί. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίστηκε ως η ανώτατη θρησκευτική αρχή των Ορθοδόξων, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της γλώσσας, της παιδείας και των παραδόσεων. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν ισχυρές τοπικές κοινότητες με κάποιο βαθμό αυτοδιοίκησης, οι οποίες αναλάμβαναν τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων, την οργάνωση της εκπαίδευσης και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Οικονομικά, η πλειονότητα των Ελλήνων ασχολούνταν με τη γεωργία, ενώ υπήρχαν και σημαντικές εμπορικές κοινότητες, ιδίως στα αστικά κέντρα και στα νησιά, που ανέπτυξαν αξιόλογη ναυτιλία και εμπόριο. Κοινωνικά, υπήρχε μια διαστρωμάτωση με τους Φαναριώτες στην Κωνσταντινούπολη, τους κοτζαμπάσηδες στην ύπαιθρο και τους αρματολούς και κλέφτες στα βουνά, οι οποίοι αποτελούσαν μορφές αντίστασης ή επιβίωσης. Η καθημερινότητα ήταν συχνά δύσκολη, αλλά η πίστη, η οικογένεια και η κοινότητα προσέφεραν στήριξη και ελπίδα για το μέλλον.





