Η φεουδαρχία ήταν ένα κυρίαρχο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα, κυρίως από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα. Προέκυψε ως απάντηση στην κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τις συνεχείς επιδρομές, δημιουργώντας την ανάγκη για τοπική προστασία και ασφάλεια.
Στην καρδιά της φεουδαρχίας βρισκόταν μια ιεραρχική σχέση βασισμένη στην ανταλλαγή γης με υπηρεσίες και πίστη. Στην κορυφή βρισκόταν ο βασιλιάς, ο οποίος θεωρούνταν ο ιδιοκτήτης όλης της γης. Ο βασιλιάς παραχωρούσε μεγάλα τμήματα γης, γνωστά ως φέουδα, σε ισχυρούς ευγενείς (δούκες, κόμητες, βαρόνους), οι οποίοι γίνονταν υποτελείς του. Σε αντάλλαγμα, οι υποτελείς ορκίζονταν πίστη (όρκος υποτέλειας) στον βασιλιά και παρείχαν στρατιωτική υποστήριξη, συμβουλές και οικονομική βοήθεια όταν χρειαζόταν.
Αυτοί οι μεγάλοι υποτελείς, με τη σειρά τους, παραχωρούσαν μικρότερα φέουδα σε κατώτερους ευγενείς (ιππότες), οι οποίοι γίνονταν δικοί τους υποτελείς. Η αλυσίδα αυτή μπορούσε να συνεχιστεί, δημιουργώντας ένα πλέγμα σχέσεων όπου ο καθένας ήταν ταυτόχρονα άρχοντας και υποτελής, εκτός από τον βασιλιά (μόνο άρχοντας) και τον τελευταίο υποτελή (μόνο υποτελής).
Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκονταν οι αγρότες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν δουλοπάροικοι. Οι δουλοπάροικοι ήταν δεμένοι με τη γη και δεν μπορούσαν να την εγκαταλείψουν χωρίς την άδεια του άρχοντα. Καλλιεργούσαν τη γη του άρχοντα και τη δική τους, πληρώνοντας φόρους σε είδος ή σε εργασία, και σε αντάλλαγμα λάμβαναν προστασία και το δικαίωμα να ζουν και να εργάζονται στο κτήμα (μανουάρι). Το σύστημα αυτό, γνωστό ως μανουαλισμός, αποτελούσε την οικονομική βάση της φεουδαρχίας, εξασφαλίζοντας την παραγωγή τροφίμων και την αυτονομία των τοπικών κοινοτήτων. Η φεουδαρχία χαρακτηριζόταν από την αποκέντρωση της εξουσίας και την κυριαρχία των τοπικών αρχόντων.





