Η πολιτειακή οργάνωση της αρχαίας Σπάρτης ήταν μοναδική στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, συνδυάζοντας στοιχεία μοναρχίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας, αν και στην ουσία της ήταν μια στρατοκρατική ολιγαρχία. Το σύστημα αυτό, που αποδιδόταν στον μυθικό νομοθέτη Λυκούργο, είχε ως στόχο τη διατήρηση της τάξης, της πειθαρχίας και της στρατιωτικής υπεροχής.
Στην κορυφή βρίσκονταν οι δύο βασιλείς, οι οποίοι προέρχονταν από δύο διαφορετικές δυναστείες (Αγιάδες και Ευρυποντίδες). Οι βασιλείς είχαν κυρίως στρατιωτικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες, οδηγώντας τον στρατό στη μάχη και εκτελώντας θυσίες. Η πολιτική τους εξουσία ήταν περιορισμένη και ελεγχόταν από άλλα σώματα.
Ένα από τα σημαντικότερα σώματα ήταν η Γερουσία (ή Γερουσία των Τριάντα), αποτελούμενη από τους δύο βασιλείς και 28 υπερήλικες πολίτες (άνω των 60 ετών), οι οποίοι εκλέγονταν ισοβίως από την Απέλλα. Η Γερουσία είχε νομοθετικές αρμοδιότητες, ετοίμαζε τις προτάσεις νόμων που υποβάλλονταν στην Απέλλα και λειτουργούσε και ως ανώτατο δικαστήριο.
Η Απέλλα ήταν η συνέλευση όλων των Σπαρτιατών πολιτών άνω των 30 ετών. Αν και θεωρητικά είχε δημοκρατικά χαρακτηριστικά, καθώς ενέκρινε ή απέρριπτε τις προτάσεις της Γερουσίας και εξέλεγε τους Γέροντες και τους Εφόρους, ο ρόλος της ήταν περιορισμένος. Οι πολίτες δεν είχαν δικαίωμα να συζητούν τις προτάσεις, παρά μόνο να ψηφίζουν με βοή ή χειροκρότημα.
Το πιο ισχυρό σώμα ήταν οι πέντε Έφοροι, οι οποίοι εκλέγονταν ετησίως από την Απέλλα. Οι Έφοροι είχαν τεράστια εξουσία: επέβλεπαν τους βασιλείς (ακόμη και τους κατηγορούσαν), τη Γερουσία και όλους τους πολίτες, ήλεγχαν την εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, ακόμη και την εξωτερική πολιτική. Ήταν οι πραγματικοί κυβερνήτες της Σπάρτης.
Τέλος, η κοινωνία της Σπάρτης ήταν αυστηρά διαχωρισμένη. Οι Σπαρτιάτες ήταν οι πλήρεις πολίτες, επαγγελματίες στρατιώτες. Οι Περίοικοι ήταν ελεύθεροι κάτοικοι που ζούσαν γύρω από τη Σπάρτη, ασχολούνταν με το εμπόριο και τη βιοτεχνία, χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Οι Είλωτες ήταν κρατικοί δούλοι, καλλιεργητές της γης, οι οποίοι αποτελούσαν τη βάση της οικονομίας αλλά ζούσαν υπό συνεχή καταπίεση.





