Το «will» είναι ένας από τους πιο συνηθισμένους τρόπους για να εκφράσουμε προβλέψεις για το μέλλον στα Αγγλικά. Το χρησιμοποιούμε όταν κάνουμε προβλέψεις που βασίζονται στην προσωπική μας γνώμη, πεποίθηση, ή εκτίμηση, και όχι σε συγκεκριμένα, ορατά στοιχεία που έχουμε μπροστά μας τη στιγμή της ομιλίας. Είναι συχνά μια υποκειμενική πρόβλεψη.
Η δομή είναι απλή: Υποκείμενο + will + απαρέμφατο του ρήματος (χωρίς το «to»).
Συχνά, το «will» για προβλέψεις συνοδεύεται από εκφράσεις όπως «I think» (νομίζω), «I believe» (πιστεύω), «I expect» (περιμένω), «I'm sure» (είμαι σίγουρος/η), «probably» (πιθανόν), «perhaps» (ίσως). Αυτές οι λέξεις τονίζουν ότι πρόκειται για μια προσωπική εκτίμηση.
Για παράδειγμα:
1. «I think it will rain tomorrow.» (Πιστεύω ότι θα βρέξει αύριο.) – Εδώ, η πρόβλεψη βασίζεται στην προσωπική σου γνώμη, ίσως από την εμπειρία σου ή την αίσθησή σου, όχι επειδή βλέπεις μαύρα σύννεφα αυτή τη στιγμή.
2. «She will probably become a great artist.» (Πιθανόν να γίνει μια σπουδαία καλλιτέχνιδα.) – Αυτή είναι μια πρόβλεψη βασισμένη στην εκτίμηση του ομιλητή για το ταλέντο της.
3. «Don't worry, everything will be fine.» (Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.) – Μια καθησυχαστική πρόβλεψη που εκφράζει πεποίθηση.
Είναι σημαντικό να θυμάσαι ότι το «will» χρησιμοποιείται για γενικές προβλέψεις ή προβλέψεις που βασίζονται σε γνώμη, ενώ το «be going to» χρησιμοποιείται για προβλέψεις που βασίζονται σε τωρινά στοιχεία ή ενδείξεις.





