Για να ξεχωρίσουμε τα ρήματα ενεργητικής και παθητικής φωνής, πρέπει να κατανοήσουμε ποιος κάνει την ενέργεια και ποιος την δέχεται. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ελληνικής γραμματικής.
Στην **Ενεργητική Φωνή**, το υποκείμενο του ρήματος είναι αυτό που εκτελεί την πράξη. Είναι ο 'δράστης' της ενέργειας. Για παράδειγμα, στην πρόταση «Ο μαθητής γράφει την εργασία», το υποκείμενο «ο μαθητής» είναι αυτός που κάνει την πράξη του «γράφει». Το ρήμα «γράφει» είναι σε ενεργητική φωνή. Τα ρήματα ενεργητικής φωνής στην ελληνική γλώσσα συνήθως λήγουν σε -ω, -εις, -ει, -ουμε, -ετε, -ουν (π.χ. διαβάζω, τρέχω). Ωστόσο, υπάρχουν και κάποια ρήματα που έχουν παθητική κατάληξη αλλά ενεργητική σημασία (π.χ. κοιμάμαι, κάθομαι, φοβάμαι) – αυτά λέγονται αποθετικά.
Στην **Παθητική Φωνή**, το υποκείμενο του ρήματος είναι αυτό που δέχεται ή υφίσταται την πράξη, αντί να την εκτελεί. Είναι το 'θύμα' ή ο 'δέκτης' της ενέργειας. Για παράδειγμα, στην πρόταση «Η εργασία γράφεται από τον μαθητή», το υποκείμενο «η εργασία» δεν κάνει την πράξη, αλλά δέχεται την πράξη του «γράφεται». Το ρήμα «γράφεται» είναι σε παθητική φωνή. Τα ρήματα παθητικής φωνής στην ελληνική γλώσσα συνήθως λήγουν σε -μαι, -σαι, -ται, -μαστε, -στε, -νται (π.χ. γράφομαι, διαβάζομαι, πλένομαι). Συχνά, στην παθητική φωνή, ο δράστης της ενέργειας αναφέρεται με μια εμπρόθετη φράση (π.χ. «από τον μαθητή» ή «υπό του μαθητή»), αλλά μπορεί και να παραλείπεται αν δεν είναι σημαντικός ή είναι αυτονόητος.
Ο πιο σίγουρος τρόπος να τα ξεχωρίσεις είναι να αναρωτηθείς: «Το υποκείμενο κάνει την ενέργεια ή την παθαίνει;». Αν την κάνει, είναι ενεργητική. Αν την παθαίνει, είναι παθητική. Επίσης, μπορείς να προσπαθήσεις να μετατρέψεις την πρόταση από τη μία φωνή στην άλλη. Για παράδειγμα, «Ο Γιάννης διαβάζει ένα βιβλίο» (Ενεργητική) μπορεί να γίνει «Ένα βιβλίο διαβάζεται από τον Γιάννη» (Παθητική).





