Στα Αρχαία Ελληνικά, η φωνή ενός ρήματος μας δείχνει τη σχέση του υποκειμένου με την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα. Υπάρχουν τρεις βασικές φωνές: η ενεργητική, η παθητική και η μέση.
Η **Ενεργητική Φωνή** δηλώνει ότι το υποκείμενο του ρήματος ενεργεί, δηλαδή εκτελεί την πράξη. Η ενέργεια ξεκινά από το υποκείμενο και συνήθως κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο. Για παράδειγμα, στο «ὁ μαθητὴς γράφει τὸ βιβλίον» (ο μαθητής γράφει το βιβλίο), ο μαθητής είναι αυτός που εκτελεί την πράξη της γραφής.
Η **Παθητική Φωνή** δηλώνει ότι το υποκείμενο του ρήματος δέχεται την ενέργεια. Η πράξη εκτελείται από κάποιον άλλο (το ποιητικό αίτιο), ενώ το υποκείμενο είναι αυτό που επηρεάζεται. Το ποιητικό αίτιο συνήθως δηλώνεται με την πρόθεση «ὑπό» και γενική. Παράδειγμα: «τὸ βιβλίον γράφεται ὑπὸ τοῦ μαθητοῦ» (το βιβλίο γράφεται από τον μαθητή). Εδώ, το βιβλίο δέχεται την ενέργεια της γραφής.
Η **Μέση Φωνή** είναι η πιο ιδιαίτερη και συχνά δημιουργεί σύγχυση. Στη μέση φωνή, το υποκείμενο εκτελεί την ενέργεια, αλλά η ενέργεια αυτή επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο ή γίνεται προς όφελός του. Δεν είναι ούτε καθαρά ενεργητική (όπου η δράση φεύγει από το υποκείμενο) ούτε καθαρά παθητική (όπου το υποκείμενο δέχεται τη δράση από άλλον). Μπορεί να σημαίνει:
1. Αυτοπάθεια: Το υποκείμενο ενεργεί στον εαυτό του (π.χ. «λούομαι» = πλένομαι, δηλαδή πλένω τον εαυτό μου).
2. Προς όφελος του υποκειμένου: Το υποκείμενο ενεργεί για τον εαυτό του (π.χ. «αἱροῦμαι» = επιλέγω για τον εαυτό μου).
3. Αμοιβαία ενέργεια: Η ενέργεια γίνεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων (π.χ. «μάχομαι» = μάχομαι, δηλαδή πολεμώ με κάποιον).
Πολλά ρήματα στα Αρχαία Ελληνικά είναι «αποθετικά», δηλαδή έχουν μέση (ή παθητική) μορφή αλλά ενεργητική σημασία (π.χ. «γίγνομαι» = γίνομαι). Η κατανόηση της μέσης φωνής απαιτεί προσοχή στην έννοια του «για τον εαυτό μου» ή «επάνω στον εαυτό μου».





