Η λέξη «ἀρετή» στην αρχαία ελληνική σκέψη είναι μία από τις πιο πολυσήμαντες και κεντρικές έννοιες, η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί πλήρως με μία μόνο σύγχρονη λέξη. Αρχικά, στους Ομηρικούς χρόνους, η «ἀρετή» αναφερόταν στην ικανότητα, την ανδρεία, την αποτελεσματικότητα και την υπεροχή σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Ένας πολεμιστής είχε «ἀρετή» αν ήταν γενναίος και επιδέξιος στη μάχη, ένα άλογο είχε «ἀρετή» αν ήταν γρήγορο και δυνατό. Δεν είχε πρωτίστως ηθική χροιά, αλλά δήλωνε την τελειότητα στην εκπλήρωση του σκοπού ή της λειτουργίας κάποιου ή κάτι.
Με την εμφάνιση των φιλοσόφων, και ιδιαίτερα του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η έννοια της «ἀρετῆς» απέκτησε βαθύτερο και κυρίως ηθικό και διανοητικό περιεχόμενο. Ο Σωκράτης υποστήριζε ότι η «ἀρετή» είναι γνώση («ἐπιστήμη») και ότι κανείς δεν πράττει το κακό εκούσια, αλλά από άγνοια. Για εκείνον, η γνώση του καλού οδηγεί αυτόματα στην ενάρετη πράξη.
Ο Πλάτωνας συνέδεσε την «ἀρετή» με τα μέρη της ψυχής (λογιστικόν, θυμοειδές, επιθυμητικόν) και τις αντίστοιχες αρετές: σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη. Η αρμονική συνύπαρξη αυτών των τριών οδηγεί στην τέταρτη και υπέρτατη αρετή, τη δικαιοσύνη. Η «ἀρετή» για τον Πλάτωνα ήταν η ιδανική κατάσταση της ψυχής που οδηγεί στην ευδαιμονία.
Ο Αριστοτέλης ανέπτυξε περαιτέρω την έννοια, διακρίνοντας τις διανοητικές («διανοητικές ἀρεταί») και τις ηθικές αρετές («ἠθικαί ἀρεταί»). Οι διανοητικές αποκτώνται με τη διδασκαλία (π.χ. σοφία, φρόνηση), ενώ οι ηθικές με την άσκηση και τη συνήθεια («ἔθος»). Για τον Αριστοτέλη, η ηθική «ἀρετή» είναι η «μεσότητα» ή «μέση οδός» ανάμεσα σε δύο ακρότητες (π.χ. η ανδρεία είναι η μεσότητα μεταξύ δειλίας και θρασύτητας). Η «ἀρετή» είναι η τελειότητα της ανθρώπινης φύσης και ο δρόμος προς την ευδαιμονία, την ολοκλήρωση και την ευτυχία.





