Ο τονισμός στα αρχαία ελληνικά είναι ένα από τα πιο σημαντικά και συχνά δύσκολα σημεία για τους μαθητές, αλλά με τους σωστούς κανόνες γίνεται κατανοητός. Υπάρχουν τρία είδη τόνων: η οξεία (´), η βαρεία (`) και η περισπωμένη (~). Ο τόνος μπορεί να τοποθετηθεί μόνο σε μία από τις τρεις τελευταίες συλλαβές μιας λέξης: την λήγουσα (η τελευταία), την παραλήγουσα (η προτελευταία) ή την προπαραλήγουσα (η τρίτη από το τέλος).
Ο πρώτος βασικός κανόνας είναι ο «περιορισμός του τόνου». Αν η λήγουσα συλλαβή είναι βραχεία (δηλαδή έχει βραχύ φωνήεν, π.χ. α, ι, υ, ή οι δίφθογγοι αι, οι όταν δεν είναι μακρές), τότε ο τόνος μπορεί να ανέβει μέχρι την προπαραλήγουσα και είναι πάντα οξεία (π.χ. ἄνθρωπος). Αν η λήγουσα συλλαβή είναι μακρά (δηλαδή έχει μακρύ φωνήεν, π.χ. η, ω, ψ, ξ, ή οι δίφθογγοι αι, οι όταν είναι μακρές), τότε ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πιο πάνω από την παραλήγουσα. Στην παραλήγουσα μπορεί να είναι οξεία (π.χ. δῶρον) ή περισπωμένη (π.χ. θεός).
Ένας άλλος σημαντικός κανόνας αφορά την περισπωμένη. Η περισπωμένη μπορεί να τοποθετηθεί μόνο σε μακρά συλλαβή. Αν η λήγουσα είναι μακρά και η παραλήγουσα έχει περισπωμένη, τότε η λήγουσα πρέπει να είναι βραχεία (π.χ. οἶκος). Αν η λήγουσα είναι μακρά, τότε η παραλήγουσα δεν μπορεί να έχει περισπωμένη.
Τέλος, υπάρχει ο κανόνας της βαρείας. Η οξεία στον λόγο, όταν βρίσκεται στην λήγουσα συλλαβή και ακολουθείται από άλλη λέξη (εκτός από εγκλιτικές λέξεις), μετατρέπεται σε βαρεία (π.χ. ὁ ἄνθρωπος, αλλά ἄνθρωπος ἐστι). Όταν η λέξη είναι στο τέλος της πρότασης ή ακολουθείται από σημείο στίξης, διατηρεί την οξεία. Η κατανόηση της διάρκειας των φωνηέντων (μακρά ή βραχέα) είναι κλειδί για την σωστή εφαρμογή αυτών των κανόνων.





