Αγαπητέ μαθητή, η διάκριση μεταξύ ενεργητικής και παθητικής μετοχής είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ελληνικής γλώσσας. Ας το δούμε αναλυτικά.
Καταρχάς, η μετοχή είναι ένα ρηματικό επίθετο, δηλαδή μια λέξη που έχει χαρακτηριστικά τόσο του ρήματος (χρόνο, φωνή, διάθεση) όσο και του επιθέτου (κλίνεται και συμφωνεί με ένα ουσιαστικό σε γένος, αριθμό, πτώση).
Η **ενεργητική μετοχή** δηλώνει ότι το υποκείμενο της πρότασης ή της φράσης **ενεργεί**, δηλαδή **πραγματοποιεί την ενέργεια** που εκφράζει το ρήμα από το οποίο προέρχεται η μετοχή. Είναι σαν το υποκείμενο να είναι ο «δράστης» της ενέργειας. Για παράδειγμα, στη φράση «ο τρέχων αθλητής», ο αθλητής είναι αυτός που τρέχει, αυτός που κάνει την ενέργεια του τρεξίματος. Άλλα παραδείγματα: «ο γράφων μαθητής» (αυτός που γράφει), «οι διαβάζοντες φοιτητές» (αυτοί που διαβάζουν).
Αντίθετα, η **παθητική μετοχή** δηλώνει ότι το υποκείμενο της πρότασης ή της φράσης **δέχεται την ενέργεια** που εκφράζει το ρήμα. Είναι σαν το υποκείμενο να είναι ο «δέκτης» ή το «θύμα» της ενέργειας. Για παράδειγμα, στη φράση «το γραφόμενο βιβλίο», το βιβλίο δεν γράφει, αλλά δέχεται την ενέργεια του γραψίματος, δηλαδή κάποιος το γράφει. Άλλα παραδείγματα: «ο αγαπώμενος δάσκαλος» (αυτός που τον αγαπούν), «τα διαβασμένα κείμενα» (αυτά που κάποιος διάβασε).
Η βασική διαφορά, λοιπόν, έγκειται στο αν το υποκείμενο **κάνει** την ενέργεια (ενεργητική) ή **δέχεται** την ενέργεια (παθητική). Σκέψου τη φωνή του ρήματος: η ενεργητική μετοχή αντιστοιχεί σε ρήματα ενεργητικής φωνής, ενώ η παθητική μετοχή σε ρήματα παθητικής φωνής. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζεις το ρόλο του υποκειμένου σε σχέση με την ενέργεια που περιγράφει η μετοχή για να τις διακρίνεις σωστά.





