Το Σχίσμα του 1054 σηματοδότησε την οριστική διάσπαση μεταξύ της Ανατολικής (Ορθόδοξης) και της Δυτικής (Ρωμαιοκαθολικής) Εκκλησίας, ένα γεγονός με τεράστιες και μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ιστορία της Ευρώπης και του Χριστιανισμού. Δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά το αποκορύφωμα αιώνων διαφορών και εντάσεων.
Οι κύριες αιτίες του Σχίσματος μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε θεολογικές, εκκλησιαστικές/διοικητικές, πολιτισμικές και πολιτικές. Θεολογικά, η κύρια διαφωνία αφορούσε το «Filioque», την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως από τη Δύση ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού (Filioque), κάτι που η Ανατολή απέρριπτε. Άλλες θεολογικές διαφορές περιλάμβαναν τη χρήση άζυμου άρτου στη Θεία Κοινωνία από τους Λατίνους, σε αντίθεση με τον ένζυμο άρτο των Ορθοδόξων.
Εκκλησιαστικά και διοικητικά, η μεγαλύτερη διαφωνία ήταν το πρωτείο του Πάπα της Ρώμης. Η Δυτική Εκκλησία υποστήριζε την απόλυτη πνευματική και διοικητική υπεροχή του Πάπα έναντι όλων των άλλων επισκόπων, ενώ η Ανατολή αναγνώριζε στον Πάπα ένα πρωτείο τιμής, αλλά όχι εξουσίας, και πίστευε στην ισότητα των πέντε Πατριαρχών (Πενταρχία). Πολιτισμικά, οι διαφορές μεταξύ του λατινικού και του ελληνικού κόσμου, οι διαφορετικές γλώσσες και οι διαφορετικές παραδόσεις συνέβαλαν στην αποξένωση. Πολιτικά, η δημιουργία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση και η προσπάθεια των Παπών να αποσπαστούν από την επιρροή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όξυναν τις σχέσεις.
Το 1054, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος και ο καρδινάλιος Ουμβέρτος, απεσταλμένος του Πάπα Λέοντα Θ', αντάλλαξαν αμοιβαίους αφορισμούς, σφραγίζοντας τη διάσπαση. Η σημασία του Σχίσματος είναι κολοσσιαία: οδήγησε στη δημιουργία δύο διακριτών χριστιανικών παραδόσεων, με διαφορετικές θεολογίες, λειτουργικές πρακτικές, εκκλησιαστικές δομές και πολιτισμικές εκφράσεις. Επηρέασε βαθιά την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Ευρώπης, διαμορφώνοντας διαφορετικές ταυτότητες σε Ανατολή και Δύση που διατηρούνται μέχρι σήμερα.





