Οι προσωπικές αντωνυμίες στα Αρχαία Ελληνικά είναι λέξεις που αναφέρονται σε πρόσωπα (πρώτο, δεύτερο, τρίτο) και κλίνονται ανάλογα με τον αριθμό (ενικός, πληθυντικός) και την πτώση (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική). Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν έχουν κλητική πτώση, καθώς δεν προσφωνούμε τον εαυτό μας ή το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η τρίτη αντωνυμία.
Για το **πρώτο πρόσωπο** (αυτός που μιλάει):
* **Ενικός αριθμός (εγώ):**
* Ονομ.: ἐγώ
* Γεν.: ἐμοῦ / μου (εγκλιτική)
* Δοτ.: ἐμοί / μοι (εγκλιτική)
* Αιτ.: ἐμέ / με (εγκλιτική)
* **Πληθυντικός αριθμός (εμείς):**
* Ονομ.: ἡμεῖς
* Γεν.: ἡμῶν
* Δοτ.: ἡμῖν
* Αιτ.: ἡμᾶς
Για το **δεύτερο πρόσωπο** (αυτός στον οποίο μιλάμε):
* **Ενικός αριθμός (εσύ):**
* Ονομ.: σύ
* Γεν.: σοῦ / σου (εγκλιτική)
* Δοτ.: σοί / σοι (εγκλιτική)
* Αιτ.: σέ / σε (εγκλιτική)
* **Πληθυντικός αριθμός (εσείς):**
* Ονομ.: ὑμεῖς
* Γεν.: ὑμῶν
* Δοτ.: ὑμῖν
* Αιτ.: ὑμᾶς
Για το **τρίτο πρόσωπο** (αυτός για τον οποίο μιλάμε), χρησιμοποιείται η δεικτική αντωνυμία **αὐτός, αὐτή, αὐτό**, η οποία κλίνεται κανονικά όπως τα επίθετα της β' κλίσης (για αρσενικό και ουδέτερο) και της α' κλίσης (για θηλυκό).
* **Αρσενικό (αυτός):** αὐτός, αὐτοῦ, αὐτῷ, αὐτόν (ενικός) / αὐτοί, αὐτῶν, αὐτοῖς, αὐτούς (πληθυντικός)
* **Θηλυκό (αυτή):** αὐτή, αὐτῆς, αὐτῇ, αὐτήν (ενικός) / αὐταί, αὐτῶν, αὐταῖς, αὐτάς (πληθυντικός)
* **Ουδέτερο (αυτό):** αὐτό, αὐτοῦ, αὐτῷ, αὐτό (ενικός) / αὐτά, αὐτῶν, αὐτοῖς, αὐτά (πληθυντικός)
Είναι σημαντικό να προσέξεις τις εγκλιτικές μορφές των αντωνυμιών του α' και β' προσώπου (μου, μοι, με, σου, σοι, σε), οι οποίες χρησιμοποιούνται όταν δεν τονίζονται και ακολουθούν μια λέξη, "ακουμπώντας" πάνω της τον τόνο τους. Η κατανόηση της κλίσης τους είναι θεμελιώδης για τη σωστή σύνταξη και μετάφραση αρχαίων κειμένων.





