Η μετοχή στα Αρχαία Ελληνικά είναι ένα ρηματικό επίθετο, που σημαίνει ότι συνδυάζει χαρακτηριστικά ρήματος (έχει χρόνο, διάθεση, φωνή και μπορεί να πάρει αντικείμενο ή προσδιορισμούς) και επιθέτου (κλίνεται και συμφωνεί με ένα ουσιαστικό). Ωστόσο, ο τρόπος που χρησιμοποιείται στην πρόταση καθορίζει τον τύπο της. Οι δύο βασικές κατηγορίες που συχνά προκαλούν σύγχυση είναι η ουσιαστικοποιημένη και η επιρρηματική μετοχή.
Η **ουσιαστικοποιημένη μετοχή** λειτουργεί στην πρόταση ακριβώς όπως ένα ουσιαστικό. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι συνοδεύεται ΠΑΝΤΑ από άρθρο (ο, η, το). Αυτό το άρθρο την μετατρέπει ουσιαστικά σε ένα όνομα, και έτσι μπορεί να λειτουργήσει ως υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο ή γενική κτητική. Για παράδειγμα, στην πρόταση "Οἱ φεύγοντες σώζονται" (Οι φεύγοντες σώζονται), το "οἱ φεύγοντες" είναι η ουσιαστικοποιημένη μετοχή που λειτουργεί ως υποκείμενο, δηλαδή "αυτοί που φεύγουν". Παρομοίως, στο "τὸ λέγειν" (το να μιλάς), λειτουργεί ως ουσιαστικό.
Αντίθετα, η **επιρρηματική μετοχή** δεν συνοδεύεται από άρθρο και λειτουργεί ως επίρρημα, προσδιορίζοντας δηλαδή το ρήμα της κύριας πρότασης. Συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση με έναν όρο της κύριας πρότασης (συνήθως το υποκείμενο, αλλά μπορεί και με αντικείμενο κ.λπ.). Εκφράζει διάφορες επιρρηματικές σχέσεις, όπως:
1. **Χρόνο**: "Φεύγων ἔλεγε" (Ενώ έφευγε, μιλούσε).
2. **Αιτία**: "Φεύγων ἐσώθη" (Επειδή έφευγε, σώθηκε).
3. **Σκοπό**: "Πορεύεται μαθών" (Πορεύεται για να μάθει).
4. **Υπόθεση**: "Ταῦτα ποιῶν εὐτυχήσεις" (Αν κάνεις αυτά, θα ευτυχήσεις).
5. **Εναντίωση/Παραχώρηση**: "Πολλὰ ἔχων πένης ἐστί" (Αν και έχει πολλά, είναι φτωχός).
6. **Τρόπο**: "Ἔλεγε κλαίων" (Μιλούσε κλαίγοντας).
Η επιρρηματική μετοχή απαντά σε ερωτήσεις όπως «πότε;», «πώς;», «γιατί;» σε σχέση με την κύρια πράξη. Η αναγνώριση της σχέσης της με την κύρια πρόταση είναι κρίσιμη για τη σωστή μετάφραση.





