Το αμπερόμετρο και το βολτόμετρο είναι δύο θεμελιώδη όργανα μέτρησης στην ηλεκτρονική και τη φυσική, τα οποία μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πώς συμπεριφέρονται τα ηλεκτρικά κυκλώματα. Κάθε ένα από αυτά μετράει μια διαφορετική φυσική ποσότητα και συνδέεται με συγκεκριμένο τρόπο στο κύκλωμα.
Το **αμπερόμετρο** χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της **έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος** (σε Αμπέρ, A) που διαρρέει ένα σημείο του κυκλώματος. Για να μετρήσει σωστά το ρεύμα, το αμπερόμετρο πρέπει να συνδεθεί **σε σειρά** με το στοιχείο ή το τμήμα του κυκλώματος από το οποίο θέλουμε να μετρήσουμε το ρεύμα. Αυτό σημαίνει ότι το ρεύμα πρέπει να περάσει ολόκληρο μέσα από το αμπερόμετρο. Ένα ιδανικό αμπερόμετρο έχει πολύ μικρή εσωτερική αντίσταση, σχεδόν μηδενική, ώστε να μην επηρεάζει σημαντικά το ρεύμα του κυκλώματος.
Αντίθετα, το **βολτόμετρο** χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της **ηλεκτρικής τάσης** ή **διαφοράς δυναμικού** (σε Βολτ, V) μεταξύ δύο σημείων ενός κυκλώματος. Για να μετρήσει την τάση, το βολτόμετρο πρέπει να συνδεθεί **παράλληλα** με το στοιχείο του κυκλώματος στα άκρα του οποίου θέλουμε να μετρήσουμε την τάση. Αυτό επιτρέπει στο βολτόμετρο να "βλέπει" τη διαφορά δυναμικού χωρίς να παρεμβαίνει σημαντικά στο ρεύμα του κυκλώματος. Ένα ιδανικό βολτόμετρο έχει πολύ μεγάλη εσωτερική αντίσταση, σχεδόν άπειρη, ώστε να μην απορροφά σχεδόν καθόλου ρεύμα από το κύκλωμα.





