Η σχέση μεταξύ των αρχαίων και των νέων ελληνικών λέξεων είναι θεμελιώδης και άμεση, καθώς η Νέα Ελληνική αποτελεί τη φυσική εξέλιξη της Αρχαίας Ελληνικής. Δεν πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές γλώσσες, αλλά για διαφορετικά στάδια της ίδιας γλώσσας, η οποία έχει μια αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια χιλιάδων ετών.
Πολλές αρχαίες λέξεις έχουν διατηρηθεί στη Νέα Ελληνική με ελάχιστες ή καθόλου αλλαγές στη μορφή και τη σημασία τους. Για παράδειγμα, λέξεις όπως «φως», «άνθρωπος», «θάλασσα», «χρόνος» προέρχονται απευθείας από τις αντίστοιχες αρχαίες τους μορφές (φῶς, ἄνθρωπος, θάλασσα, χρόνος) και χρησιμοποιούνται με την ίδια έννοια. Αυτό δείχνει μια εκπληκτική γλωσσική σταθερότητα.
Ωστόσο, η εξέλιξη της γλώσσας έχει φέρει και αλλαγές. Κάποιες λέξεις έχουν υποστεί φωνητικές μεταβολές, όπως η απλοποίηση των διφθόγγων (π.χ. «οἶκος» έγινε «οίκος» και αργότερα «σπίτι» για την καθημερινή χρήση, αλλά η ρίζα «οικο-» παραμένει σε σύνθετες λέξεις). Επίσης, έχει παρατηρηθεί μορφολογική απλοποίηση, όπως η απώλεια της δοτικής πτώσης και η μείωση των κλιτικών τύπων.
Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η σημασία μιας λέξης έχει μετατοπιστεί (σημασιολογική μετατόπιση). Για παράδειγμα, η αρχαία λέξη «πράγμα» σήμαινε «πράξη, ενέργεια», ενώ στη Νέα Ελληνική σημαίνει «αντικείμενο». Παρόλα αυτά, η ρίζα της λέξης είναι η ίδια. Ακόμη, πολλές αρχαίες ρίζες χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία νέων σύνθετων λέξεων στη Νέα Ελληνική, ειδικά σε επιστημονικούς και τεχνικούς όρους (π.χ. «υδρο-», «βιο-», «τηλε-»). Συνοψίζοντας, η Νέα Ελληνική είναι γεμάτη από αρχαίες ελληνικές λέξεις, είτε αυτούσιες, είτε εξελιγμένες μορφολογικά και φωνητικά, είτε ως ρίζες για τη δημιουργία νέων λέξεων. Η γνώση της Αρχαίας Ελληνικής είναι ένα ισχυρό εργαλείο για την κατανόηση του λεξιλογίου και της δομής της Νέας Ελληνικής.





